Μπαίνοντας στην οδό προσπέρασε έναν τεράστιο κυλινδρικό πύργο και άρχισε να χαζεύει τις βιτρίνες με τα επιπλα. Ο δρόμος ήταν γεμάτος μαγαζιά, μα ακόμα πιο γεμάτος από ανταλλακτήρια χρήματος καθώς και από ένα πλήθος μικρών καζίνων και μαγαζιών με «κουλοχέρηδες». Ο καπιταλισμός είχε προφανώς αρχίσει να φιδοσέρνεται στα στενά πλακόστρωτα δρομάκια της πόλης και να εμφιλοχωρεί στην τοπική κοινωνία. Τελικά βρήκε ένα κατάστημα με λογικές τιμές και σε δέκα λεπτά είχε αγοράσει δύο κοστούμια, δύο πουκάμισα, ένα παλτό και αρκετά εσώρουχα. Είχε αρκετό χρόνο μπροστά του ως το μεσημέρι και σκέφτηκε να πιει έναν καφέ. Όχι τόσο για την καφεΐνη μα για τη νικοτίνη που θα τη συνόδευε, καθώς δεν είχε καπνίσει καθόλου από τη στιγμή που έφυγε από το ξενοδοχείο, μην ξέροντας τι να κάνει το αποτσίγαρο του σ’ ένα δρόμο τόσο καθαρό και αποστειρωμένο. Συμβουλεύτηκε για λίγο το χάρτη του και προχώρησε προς την πλατεία του Παλιού Δημαρχείου με τα φημισμένα επιπλα, όπου κατευθύνονταν σωρηδόν ντόπιοι και τουρίστες.
Μια βόλτα στις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις μιας αποθήκης με επιπλα.
Η πόρτα του ακριβού φορτηγού έκλεισε με δύναμη και πρόλαβε ν’ ακούσει τον ήχο από το σπινάρισμα των ελαστικών στο οδόστρωμα, πριν αρχίσει να περιγράφει τις λεπτομερειες από τα επιπλα που μετέφερε έριξε μια ματιά εμπρός. Συνέχισε να καταγράφει, χωρίς να είναι σίγουρος ότι μπορούσε να συμπεριλάβει στον κατάλογο τα πάντα. Για το μόνο που ήταν σίγουρος ήταν ότι σε λίγο δε θα μπορούσε πια να συνεχίσει, το μολύβι του τελείωνε και δεν έχει άλλο. Και μάλιστα πολύ εύκολα. Είχε εκτεθεί ίσως περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχε λάβει σχεδόν καμιά προφύλαξη παρά τους κινδύνους που ήξερε ότι καιροφυλακτούσαν σε κάθε του βήμα. Είχε μπει στις δαιδαλώδεις διακλαδώσεις μιας αποθήκης με επιπλα, χωρίς να γνωρίζει πραγματικά τη δυναμικότητα του ανταγωνιστή, και είχε πέσει σαν βλάκας στην πρώτη παγίδα. Όση ώρα το αυτοκίνητο κατάπινε χιλιόμετρα, το πείσμα του μεγάλωνε. Δε σκεφτόταν ότι υπήρχε περίπτωση να μην προλάβει. Τα επιπλα ήταν πολλά αλλά όσο κυλούσαν τα λεπτά συνειδητοποιούσε ότι είχε ακόμα κάποια ατού στα χέρια του, παρά τη φαινομενικά δύσκολη κατάσταση του, στην αρχική σελίδα.
Φυσικές κατασκευές του Μεσαίωνα
Κάποια επιπλα διατηρούν την κομψότητα τους παρά τις άθλιες συνθήκες κατασκευής. Το βλέμμα μαγνητίζει στιγμιαία ένα κομό με σκληρό λακαριστό καπάκι και χωρίς βάση. Μοιάζει παρείσακτο στην παρέα των υπόλοιπων και για πολλά χρόνια αργότερα θα ευλογούσε τη στιγμή που το ένστικτο του κυνηγού έσπρωξε το χέρι του προς το παράταιρο επιπλο.Όταν το άνοιξε με προσοχή, η καρδιά του σκίρτησε. Το έμπειρο μάτι του διέκρινε αμέσως ότι κρατούσε ένα επιπλο μεγάλης παλαιότητας. Έμοιαζε με άλλα επιπλα φυσικών κατασκευών του Μεσαίωνα, αλλά είχε μια ιδιαιτερότητα που δε σου επέτρεπε να το κατατάξεις πουθενά. Οι γραμμές του έχουν κάτι το σαγηνευτικό και συνάμα ερασιτεχνικό. Τα πορτόφυλλά του και η τεχνοτροπία του όμως πρόδιδαν την παλαιότητα. Πρόχειρα στο μυαλό του το κατέταξε στο δέκατο τρίτο αιώνα. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία στο εσωτερικό, που ξεχυνόταν με ομοιόμορφο τρόπο στις ενώσεις των πλαϊνών. Σε λίγο διαπίστωσε ότι είχε να κάνει με μια αλλόκοτη και ανεξήγητη ταμπέλα, τουλάχιστον για τις δικές του γνώσεις.
Η συχνότητα στην αρχικη μοδα
Φρόντισα να μαγειρέψω ό,τι πιο νόστιμο ήξερα και έστρωσα όμορφα την τραπεζαρια μας στο σαλόνι για έξι. Ο άντρας μου επέστρεψε στο σπίτι στις δώδεκα παρά τέταρτο κάτι που με έκανε έξαλλη, χωρίς να το δείξω. Δικαιολογήθηκε ότι έπρεπε να παραδώσει κάποια δουλειά, με επιπλα. Οι γονείς μας είχαν έρθει από τις δέκα.
Πέρασε κι αυτό, πέρασαν και οι γιορτές, μπήκαμε στον καινούριο χρόνο, με την ελπίδα για μια καλύτερη χρονιά. Γυρίσαμε πίσω στην καθημερινότητα μας, στους μικροτσακωμούς μας για τα λεφτά, τα σεμιναρια, τις καρέκλες, στην κλεισούρα μας. Τώρα αυτός έλειπε περισσότερο από ποτέ, όμως δε με ενοχλούσε καθόλου η απουσία του. Μία φορά στις δέκα μέρες έπαιρνα στο τηλέφωνο, για να μαθαίνω νέα του. θα ήθελα να το κάνω συχνότερα, όμως δεν το επέτρεπα στον εαυτό μου. Ήδη κάθε φορά αναστατωνόμουν περισσότερο στο άκουσμα της φωνής του, χώρια που μία συνάδελφος κάτι είχε προσέξει στα επιπλα. Προτιμούσα να πεθάνω παρά να δώσω δικαιώματα για συνεργασιεσ. Σκεφτόμουν ότι σε ένα μήνα ήταν η επέτειος του γάμου μας και αναρωτιόμουν αν θα το θυμόταν.
προσεγγιση
Καλώς ήρθατε, λοιπόν, μου είπε και με οδήγησε σ’ ένα μικρό τραπέζι για δυο άτομα σε ένα σαλόνι γωνιακό, ευτυχώς κοντά στο παράθυρο.
Με το που κάθισα, ένιωσα σαν να βρισκόμουν στο σπίτι μου. Σύντομα ένα γκαρσόνι ήρθε και πήρε την αρχικη παραγγελία. Ήθελα να δοκιμάσω μία αστακομακαρονάδα, όμως, επειδή ήταν για δυο άτομα, παρήγγειλα σκαλοπΐνια με λαχανικά και μοτσαρέλα με φρέσκια ντομάτα και βασιλικό και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Με τη δεύτερη γουλιά άρχισα να ζεσταίνομαι και τότε θυμήθηκα ότι φορούσα ακόμη την καμπαρντίνα μου. Την έβγαλα αμέσως και ένιωσα ακόμη καλύτερα καθώς κατέβαζα διακριτικά την μπλούζα στους ώμους μου. Το περιβάλλον με τα υπέροχα επιπλα έφτιαχνε κατάλληλη ατμόσφαιρα.
Τα πιάτα μου ήρθαν σχετικά γρήγορα και άρχισα να απολαμβάνω το φαγητό μου με αργές κινήσεις, παρατηρώντας τον κόσμο που καθόταν στα γύρω τραπέζια και στο μικρό μπαρ. Μα ήταν μοναδικά εκεί μέσα! Όλα ήταν υπέροχα: το φαγητό, η ατμόσφαιρα, ο κόσμος, η απαλή μουσική. Τι περίεργο… δεν αισθανόμουν καθόλου μοναξιά, και, το κυριότερο, είχα κάνει αυτό που δε θα τολμούσα ποτέ στην Αθήνα: να πάω σε ένα σικ ρεστοράν και να γευματίσω ολομόναχη. Εξάλλου, για φαγητό είχα έρθει, όχι για να ντραπώ.
επιπλα φθινοπωρινά
Το φθινόπωρο μπήκε ολόδροσο, με τα πρωτοβρόχια του, τις συννεφιές του, το κιτρίνισμα των φύλλων στις αυλές και στους δρόμους, το ρομαντισμό του, τις μουντές ανταύγειες πάνω στα επιπλα. Το λατρεύω το φθινόπωρο. Αντί να με μελαγχολεί, μου φτιάχνει τη διάθεση. Μου αρέσει τόσο να ακούω το τικ τακ της βροχής στο τζάμι, μου αρέσουν οι καταιγίδες, τα μπουμπουνητά, οι αστραπές και όλο αυτό το θέαμα του χορού της φύσης. Μου αρέσει να βλέπω το νερό να τσουλάει στους δρόμους παρασέρνοντας στο διάβα του φύλλα, χαρτάκια, πεταμένες γόπες τσιγάρων, νεα μοδα αυτό για εμένα, αλλά μου αρέσει. Αυτή η συννεφιά, τα παιχνιδια που κάνει ο φωτισμοσ από τις αστραπές, συνοδευόμενα από τη χορωδία των ντεσιμπέλ, αντί να με ψυχοπλακώνει, με μαγεύει, με γοητεύει και με κάνει να νιώθω τη δύναμη της πλάσης μέσα μου, να κάθομαι σε άνετα επιπλα και να το απολαμβάνω. Είναι η εποχή που ταιριάζει στο χαρακτήρα μου, που, ενώ είναι δυνατός σαν κεραυνός, συνάμα είναι ευσυγκίνητους και ευαίσθητος σαν το νερό της βροχής που το ρουφάει η γη και το εξατμίζει ο ήλιος.
Φιλντισένια γραφεία
Τα μάτια μου δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν από το έργο ζωγραφικής που είχε φυσικό μέγεθος. «Είναι έργο του Λύτρα, από τα πρώτα του», μου ψιθύρισε η γυναίκα, «θάμπωσαν τα μάτια του ζωγράφου από την ομορφιά της, ούτε λεφτά δε θέλησε να πάρει κι ας επέμενε ο πατέρας σου. Είπε πως ήταν τιμή του το ότι του επέτρεψαν να τη ζωγραφίσει». Πραγματικά χάζευες βλέποντας το ολόσωμο πορτρέτο, την ψηλή, λυγερή, κατάξανθη γυναίκα, με το ροδαλό δέρμα και τα μεγάλα ανοιχτόχρωμα μάτια. ‘Ήταν ακόμη πιο όμορφη απ, ό,τι τη θυμόμουν στο μενταγιόν. Φορούσε λευκό νταντελένιο φόρεμα και το βλέμμα της είχε μια γλυκύτητα που σε καθήλωνε. Το ένα χέρι της ακουμπούσε απαλά σε μια ανθοστήλη με ένα ασημί βάζο που ξεχείλιζε από ροζ ορτανσίες, το άλλο κρατούσε με χάρη μια κινέζικη βεντάλια με χρυσά σχέδια. Στο φόντο διακρίνονταν μέσα σε μια πουπουλένια καταχνιά ασημοπράσινα λιόδεντρα που λες και ανάσαιναν στο αόρατο αεράκι, και στο βάθος-βάθος αχνοφαίνονταν οι γραμμές των βουνών που είχα δει στον ερχομό μου. Γύρω στον χώρο υπήρχαν αρχοντικά επιπλα, μια τρομερή κουζίνα, δύο φιλντισένια γραφεία που δεν κατάλαβα τι ρόλο παίζουν, αλλά εκείνο που πραγματικά κάνει εντύπωση είναι το άσπρο, γεμάτο λουλούδια τραπεζακι σαλονιου.


